μόρα

μόρα
η кошмар

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "μόρα" в других словарях:

  • μόρα — μόρᾱ , μόρα a division fem nom/voc/acc dual μόρᾱ , μόρα a division fem nom/voc sg (attic doric aeolic) μόρον black mulberry neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόρᾳ — μόραι , μόρα a division fem nom/voc pl μόρᾱͅ , μόρα a division fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόρα — (I) η (Α μόρα) στρατιωτικό τάγμα από ιππείς και οπλίτες στην αρχαία Σπάρτη στο οποίο κατατάσσονταν όλοι οι στρατεύσιμοι πολίτες. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. μορ , ετεροιωμένη βαθμίδα τής ρίζας μερ τού μείρομαι*]. (II) η δυσφορία κατά τη διάρκεια τού ύπνου,… …   Dictionary of Greek

  • Μόρα — η βλ. Μόρος …   Dictionary of Greek

  • μόρα — η (λ. ιταλ.), που προκαλεί φόβο και αγωνία, ο εφιάλτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μόρας — μόρᾱς , μόρα a division fem acc pl μόρᾱς , μόρα a division fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόραι — μόρα a division fem nom/voc pl μόρᾱͅ , μόρα a division fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόραν — μόρᾱν , μόρα a division fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μορῶν — μόρα a division fem gen pl μορέω make with pain and toil pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόραιν — μόρα a division fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μόραις — μόρα a division fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»